χρονομετρικός

χρονομετρικός
η , ό[ν] хронометрический

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "χρονομετρικός" в других словарях:

  • χρονομετρικός — ή, ό* Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην χρονομετρία ή στο χρονόμετρο (α. «χρονομετρικά όργανα» β. «χρονομετρικές μέθοδοι»). επίρρ... χρονομετρικώς και χρονομετρικά Ν με χρονομετρικό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρονομετρία. Το επίθ. μαρτυρείται από το …   Dictionary of Greek

  • χρονομετρικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη χρονομετρία ή στο χρονόμετρο: Η μέτρηση του χρόνου γίνεται με τα τελειότερα χρονομετρικά όργανα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»